Κριτική για το βιβλίο «Η κυρά της Αιξωνής»

Οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς βιβλίων για παιδιά αγαπούν την Ιστορία, αλλά είναι λίγοι εκείνοι που αποφασίζουν να γράψουν ιστορικό μυθιστόρημα. Τα τελευταία χρόνια εκδόθηκαν ελάχιστα. Κοιτάζοντας ‘ιστορικά’ το θέμα, βλέπουμε ότι η ελληνική παιδική λογοτεχνία, από την Π. Δέλτα και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, έδωσε πάμπολλα έργα (Π. Μάξιμου, Γ. Ταρσούλη, Κ. Σφαέλλου, Χ. Σακελλαρίου, κ.ά.) με θέματα από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το ’21. Προϋπόθεση για να γραφτεί ιστορικό μυθιστόρημα είναι η ενδελεχής έρευνα των πηγών και η επεξεργασία των πραγματολογικών δεδομένων της εποχής, δουλειά δηλαδή δύσκολη και απαιτητική που προφυλάσσει το συγγραφέα από πολλές κακοτοπιές, κυρίως, αναχρονισμούς . Έτσι, οι παλιότεροι συγγραφείς, μυθιστοριοποιούσαν τις εποχές και τις έντυναν με στοιχεία από την πραγματικότητα στην οποία αναφερόταν και το έκαναν συστηματικά, γιατί είχαν έναν παραπάνω λόγο: έγραφαν με την πρόθεση να διδάξουν  Ιστορία και ηθικές αξίες, ή για να εξυπηρετήσουν καταστάσεις, όπως για παράδειγμα η Π. Δέλτα που έγραφε με σκοπό να ενδυναμώσει την εθνική ταυτότητα των νεαρών Ελλήνων. Η κυρά της Αιξωνής, είναι το μοναδικό ιστορικό αφήγημα που διαβάσαμε φέτος και το οποίο δεν υποφέρει από το σύνδρομο του ιστορικού διδακτισμού. Στην περιοχή της Γλυφάδας, στην Αττική, αποκαλύφθηκε ένας αρχαίος δρόμος και έδωσε το έναυσμα στην Αθηνά Μπίνιου να γράψει τη βιογραφία του κεντρικού δρόμου της αρχαίας πολίχνης Αιξωνή, ο οποίος ταυτίζεται με τη ζωή της φανταστικής Αιξωνής ιέρειας στο ναό της θεάς Ήβης και αγαθού πνεύματος του δρόμου. Σ’ αυτό το βιβλίο δεν διαβάζουμε για μυστήρια και αινίγματα. Διαβάζουμε μόνο στιγμιότυπα ζωής από την αρχαιότητα. Η συγγραφέας, δίνοντας υπόσταση σε διάσπαρτες αρχαιογνωστικές πληροφορίες για την καθημερινότητα στην περιοχή της αρχαίας Αθήνας, δημιουργεί με σπουδή ένα φιλικό περιβάλλον, που παρότι ‘αρχαίο’, είναι εξαιρετικά οικείο προς τους αναγνώστες του σήμερα. Μέσα από τη ζωή του δρόμου και τις δραστηριότητες των κατοίκων του, περνούν αβίαστα στιγμιότυπα όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής: οι ανθρώπινοι τύποι, παιδιά, γυναίκες, άνδρες, ζουν τη ζωή τους κι εμείς τους παρακολουθούμε στα παιχνίδια, στα γεννητούρια, στις αγροτικές εργασίες, στο γάμο, στις γιορτές, όταν πλήττονται από φυσικές καταστροφές, όταν επιστρέφουν από τον πόλεμο, όταν διασκεδάζουν. Οι πληροφορίες κυλούν αβίαστα όπως και οι παρένθετες αφηγήσεις γνωστών και λιγότερο γνωστών μύθων στα νυχτέρια και τις συναντήσεις στο σπίτι της Αιξωνής. Αλλά και πάλι, είναι τόσο αρμονικά ενταγμένοι στη ροή του βιβλίου που δεν δημιουργείται η εντύπωση ότι γράφτηκαν για να τους μάθουμε ως μάθημα. Η γλώσσα της Α. Μπίνιου ξεχωρίζει! Είναι μία καθομιλουμένη που διαθέτει λυρισμό, πλούτο, ποιότητα. Εν ολίγοις χαίρεσαι να διαβάζεις! Ο δρόμος λοιπόν είναι ζωντανός… Η μία Κυρά- η γυναίκα που συντηρεί τη μνήμη- δίνει τη θέση της στην επόμενη και πάει λέγοντας μέχρι που φτάνουμε τις μέρες μας και ξεκινάει ένας νέος κύκλος στη ζωή του δρόμου. Τα στιγμιότυπα του βιβλίου, έτσι όπως συνθέτουν μία χαλαρή πλοκή μέσα στο χρόνο, δίνουν την αίσθηση της Ιστορίας στη μακρά της διάρκεια! Το εξώφυλλο της εικονογράφου Μ. Οικονόμου, μία σύνθεση από την αρχαία αγγειογραφία, προδιαθέτει για τις εικόνες του βιβλίου. Ασπρόμαυρες, διαχέουν την αίσθηση ηρεμίας που αποκομίζει ο αναγνώστης διαβάζοντας την ιστορία. Αργότερα, μετά την πτώση της χούντας, συγγραφείς όπως οι Α. Ζέη, Ζ. Σαρρή, Μ. Κλιάφα, Ε. Δικαίου, κ.ά. διεύρυναν τη ιστορική θεματολογία και ασχολήθηκαν με τα νεότερα χρόνια, με τη Μικρασιατική καταστροφή, την Κατοχή, τον Εμφύλιο… Οι μεγάλες κυρίες της παιδικής μας λογοτεχνίας έκαναν τις ζωές τους μυθιστόρημα νιώθοντας ότι η Ιστορία ήταν μέρος της ζωής τους. ‘Η Ιστορία περνάει μέσα από την ζωή των ηρώων μου’, λέει η Α. Ζέη, ‘και τα μυθιστορήματά μου είναι μυθιστορήματα με αναφορές στην Ιστορία’.

Ο αναγνώστης 3 Οκτωβρίου 2015
της Μαρίζα Ντεκάστρο