ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ
Οπισθόφυλλο
Γλύκα μεγάλη έχει η Κρήτη, φιλόξενα τα πρόσωπα των ανθρώπων, σωροί τα φρούτα και λαχανικά, λεβέντικη η κορφή του πιο ψηλού βουνού με το αρχαίο όνομα Ίδη ή Ψηλορείτης. Μόνο τα πέλαγά της σπάνια ήρεμα, πάντα αφρισμένα κονταροχτυπιούνται με τους ανέμους από Ανατολή και Δύση. Η Κρήτη έγινε παραμύθι μέσα μου πολύ πριν την γνωρίσω, τον εποχή που γευόμουν ξένες θάλασσες και ξένες στεριές, τότε που απέκτησα τυχαία φίλους Κρητικούς.

Έπειτα τη γνώρισα και την αγάπησα μέσ’ από τους χάρτινους φίλους μου, τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη. Την επισκέφτηκα έκτοτε πολλές φορές μα φώλιασε μες το αίμα μου όταν συγγένεψα με Κρητικό κι απόκτησα εγγόνια.

Πλάταινε ο νους μου σε κάθε βήμα μου πάνω στα χώματά της, γέμιζε η φαντασία μου και χρόνια τώρα πάλευα κάτι να κάνω να κρατήσω ζωντανή όλη αυτή την ευδαιμονία που μου χάριζαν οι λυράρηδες. Κάπως ν’ ανταποδώσω σ’ αυτό το λαό που θυσιάστηκε για τη λευτεριά κι έβαλε τη δική του ματωμένη σφραγίδα στην Ελλάδα και τον σύγχρονο πολιτισμό της. «Το μυστήριο της Κρήτης είναι βαθύ.

Όποιος πατήσει στο νησί τούτο νοιώθει μια δύναμη, ζεστή, αγαθή, να διακλαδίζεται στις φλέβες του και την ψυχή του να μεγαλώνει. Η Κρήτη στάθηκε το πρώτο γιοφύρι ανάμεσα Ευρώπης, Ασίας, Αφρικής· η Κρήτη φωτίστηκε πρώτη σε όλη την κατασκότεινη τότε Ευρώπη. Κι εδώ η ψυχή της Ελλάδας εξετέλεσε τη μοιραία της αποστολή: έφερε το θεό στα μέτρα του ανθρώπου.

Τα τεράστια ασάλευτα αιγυπτιακά ή ασσσυριακά αγάλματα έγιναν εδώ στην Κρήτη, μικρά, χαριτωμένα, το σώμα κινήθηκε, στο στόμα χαμογέλασε, και το πρόσωπο και το μπόι του θεού πήρε το πρόσωπο και το μπόι του ανθρώπου. Μια ανθρωπότητα καινούρια έζησε κι έπαιξε στα κρητικά χώματα, πρωτότυπη, διαφορετικιά από τους κατοπινούς Έλληνες, όλο ευκινησία και χάρη κι ανατολίτικη χλιδή…»

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

 

«ΑΛΥΣΙΔΑ ΓΥΝΑΙΚΏΝ»

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ. {ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΥΠΟ ΈΚΔΟΣΗ}

Κεντρικό θέμα του βιβλίου: Οι πανίσχυρες και ευάλωτες γυναίκες μιας οικογένειας. Οι έρωτες και οι φόβοι τους. Η αγάπη τους για την πατρίδα, η μετανάστευση και η κληρονομιά που άφησαν μέσα από τις περιπέτειες που έζησαν.

Μυθιστορία, μιας οικογένειας που ξεκίνησε πριν τριακόσια χρόνια και στηρίχτηκε στις γυναίκες που τη δημιούργησαν. Αυτές που προΰπαρξαν, πέρασαν μέσα από τη λαίλαπα της οθωμανικής τυραννίας, από την αγριότητα της ληστείας των βουνών, από την τρέλα των πολέμων, την προσφυγιά και τον πόνο της ξενιτιάς. Προσέφεραν αίμα στην πατρίδα για τον αγώνα της απελευθέρωσης, αλλά και αίμα στον αδελφοφάγο εμφύλιο πόλεμο.

Έξι γυναίκες αφηγούνται ιστορίες και συνθέτουν συγχρόνως τη ζωή της κεντρικής ηρωίδας. Σχέσεις εξουσίας και δεσμοί καταπίεσης, αλλά και σχέσεις φιλίας και έρωτα, ελευθερίας και δημιουργίας. Σ’ έναν κόσμο που έφευγε και σ’ έναν κόσμο που ακολουθούσε, από τα τέλη του 1700 ως τις αρχές του 2000. Κάποιες αναζητούσαν καινούριες απαντήσεις, συγκρούονταν για τις ιδέες τους, κυνηγούσαν προσωπικά και συλλογικά οράματα. Στάθηκαν ισότιμες πλάι στους άντρες, αγάπησαν τα παιδιά τους χωρίς όρους, πίστεψαν στις γενεαλογικές και τις πολιτισμικές τους καταβολές προκειμένου να ενώσουν τους κρίκους της προσωπικής τους αλυσίδας και να βρουν τον εαυτό τους. Δημιούργησαν, άντλησαν δύναμη ακόμα κι όταν όλα έρχονταν ανάποδα. Γνώση και ημιμάθεια, άλλοτε τις πήγαιναν μπροστά κι άλλοτε τις βασάνιζαν.

Αγαπημένες μαμάδες και κόρες χτίζοντας γέφυρες συνυπήρξαν ειρηνικά αφού κατάλαβαν πώς είχε περιπλέκεται η παιδική ηλικία και η σχέση της με την ωριμότητα. Άλλες αντιλαμβάνονταν τον κόσμο χωρίς σύνορα και άλλες στον περιφραγμένο μικρόκοσμό τους, ήξεραν να ζουν ειρηνικά κι αδελφωμένα, αντάμα με αλλόθρησκους κι αλλοεθνείς. Όλες έπλασαν το δικό τους παραμύθι και με επίπονες διαδικασίες βρήκαν τις λεπτές ισορροπίες στα αόρατα νήματα που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας.

Η Νεράιδα, η Βενετσιάνα πριγκίπισσα από τη Μάνη και η Κορτέσσα, η κοκκινομάλλα καλλονή από τη Μακεδονία, βοηθούν τις γυναίκες της νέας γενιάς να επιστρέψουν στο πατρικό τους για να συνεχίσουν με καινούριους κρίκους τη δική τους αλυσίδα γυναικών.

 

Δρόμος2 Δρόμος1Έπαινος